
Τα άνω και τα κάτω των χρηματιστηρίων
ΓΡ. ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ
Αυτό που ζούμε σήμερα είναι μια κρίση σε δόσεις η οποία θα συνεχίζεται, θα ανακόπτεται για μια-δυο ημέρες από τα μέτρα των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων και θα συνεχίζεται ξανά. Αυτό πιστεύει έμπειρος αναλυτής του Χρηματιστηρίου ο οποίος έχει ένα – σχετικά με άλλους – πετυχημένο ιστορικό προβλέψεων. Και πότε θα τελειώσει αυτή η κρίση; «Οταν τα αμερικανικά επιτόκια φθάσουν στο 1%» είναι η απάντηση. Ενας άλλος, τραπεζίτης αυτός, υποστηρίζει το εξής: «Η Citigroup κάθε οκτώ-δέκα χρόνια κάνει μια μεγάλη ανοησία. Η τιμή της μετοχής της κατρακυλάει από τα 50-55 δολάρια στα 12-15 δολάρια και μετά αρχίζει να ανεβαίνει πάλι. Οταν δούμε τη μετοχή της Citigroup κάτω από τα 15 δολάρια θα είναι εποχή να αρχίσει κανείς να αγοράζει μετοχές». Η άποψη αυτή στηρίζεται σε στατιστική παρατήρηση αλλά δεν λαμβάνει υπόψη τα σημερινά δεδομένα. Η άποψη του πρώην κεντρικού τραπεζίτη Αλαν Γκρίνσπαν είναι ότι ζούμε τη χειρότερη κρίση του πιστωτικού συστήματος, ενώ οι απόψεις των διεθνών αναλυτών ποικίλλουν από άκρως απαισιόδοξες ως μετρίως αισιόδοξες. Ολοι αυτοί που είναι σήμερα άκρως απαισιόδοξοι ως πριν από λίγους μήνες υποστήριζαν ότι δεν θα υπάρξει κρίση. Αυτοί που είναι σήμερα μετρίως αισιόδοξοι υποστήριζαν ότι έρχεται μια μέτρια κρίση.
Ως γνωστόν, μέθοδος βεβαίας χρηματιστηριακής προβλέψεως δεν υπάρχει, διότι αν υπήρχε αυτομάτως θα αναιρείτο η έννοια και η λειτουργία του Χρηματιστηρίου. Ολοι θα προέβλεπαν το ίδιο και θα αγόραζαν όλοι μαζί ή θα πουλούσαν, άρα δεν θα υπήρχε ούτε κέρδος ούτε ζημιά ούτε αγορά τελικά. Ποια είναι τα βασικά για κάποιον που σκέπτεται να αγοράσει μετοχές;
Πρώτον, αν πιστεύει ότι οι αγορές κάποια στιγμή θα συνέλθουν είναι μια καλή αρχή. Στη συνέχεια θα πρέπει να σκεφθεί ποιες εταιρείες θα υπάρχουν σίγουρα σε λίγα χρόνια και δεν θα έχουν πτωχεύσει. Αν εντοπίσει αυτές τις εταιρείες, θα έχει εξασφαλίσει ένα μίνιμουμ ασφάλειας. Μετά θα πρέπει να δει πόσο ψηλά είχαν πάει αυτές οι μετοχές πριν από την κρίση και πόσο χαμηλά είχαν πέσει κατά την προηγούμενη κρίση. Οταν οι τιμές τους είναι σχετικά πιο κοντά στα χαμηλά επίπεδα, η πρόβλεψη ότι κάποια στιγμή θα αρχίσουν να ανεβαίνουν και θα τείνουν στα υψηλότερα επίπεδα είναι θεωρητικά σωστή. Με αυτή τη λογική ο τραπεζίτης που έλεγε ότι όταν η μετοχή της Citigroup βρεθεί κάτω από τα 15 δολάρια θα είναι ώρα να αρχίσει κανείς να σκέπτεται την αγορά μετοχών μοιάζει μάλλον ρεαλιστική.
Αν θέλουμε να δούμε γιατί δημιουργήθηκε αυτή η κρίση, πάλι προσωπικές απόψεις μόνο μπορούμε να εκφράσουμε. Η δική μου είναι απλή, ενδεχομένως και απλοϊκή: οι αμοιβές των διευθυντών όλων των εταιρειών και των τραπεζών είναι συνδεδεμένες με την αύξηση των κερδών τους. Πολλά τα κέρδη, μεγάλα τα μπόνους. Χαμηλά κέρδη, απόλυση και ανεργία. Συνεπώς οι μάνατζερ είχαν κάθε λόγο να παρουσιάζουν ολοένα μεγαλύτερα κέρδη. Οι δυνατότητες όμως ήταν περιορισμένες και έτσι άρχισαν τα «μαγειρέματα». Εκρυβαν τις ζημιές, φούσκωναν τα κέρδη και έπαιρναν τα μπόνους. Κάποια στιγμή όμως δεν σήκωνε άλλο μαγείρεμα. Τότε χρησιμοποίησαν διάφορα «πρωτοποριακά εργαλεία» όπως, π.χ., τα δομημένα, τα οποία όμως περιείχαν μεγάλο ποσοστό κινδύνου. Τα εμφάνισαν λοιπόν ως ασφαλέστατα για να μην έχουν προβλήματα με τις εποπτικές αρχές. Οταν κάποιοι φουκαράδες υπερχρεωμένοι Αμερικανοί δεν μπόρεσαν να πληρώσουν τη δόση των στεγαστικών τους και δημιουργήθηκε το πρόβλημα των subprimes, όλοι κατάλαβαν ότι η αλήθεια των ισολογισμών θα αποκαλυφθεί. Πολλοί μάνατζερ άλλαξαν και ήλθαν καινούργιοι, οι οποίοι έκαναν το κλασικό κόλπο Αλογοσκούφη, δηλαδή την «απογραφή». Είπαν ότι τα πράγματα είναι χειρότερα απ’ ό,τι νομίζαμε και ανακοίνωσαν τεράστιες ζημιές που γκρεμίζουν τώρα τις μετοχές. Ετσι οι νέοι διευθυντές θα εμφανιστούν να σώζουν τις εταιρείες από το χάος στο οποίο τις είχαν οδηγήσει οι προηγούμενοι. Οταν ολοκληρωθούν οι «απογραφές», η εικόνα των εταιρειών θα έχει καθαρίσει και όσες επιβιώσουν θα αρχίσουν ξανά να αναπτύσσονται.
Και τώρα το βασικότερο σημείο της ανάλυσης: ο καθένας μπορεί να λέει ό,τι θέλει για τα χρηματιστήρια αλλά ο επενδυτής θα πρέπει να κρίνει ανάλογα με τις δυνατότητες και τις διαθέσεις του χωρίς να ακούει κανέναν (ούτε τους δημοσιογράφους).
gnikolo@dolnet.gr